Κουνουποκτονίες

Ολοκληρωμένη αντιμετώπιση φορέων

Στις περιοχές που εφαρμόζονται μέτρα αντιμετώπισης εναντίων των κουνουπιών, η καταπολέμησή τους επιτυγχάνεται κυρίως με χημικά εντομοκτόνα. Ο έλεγχος των φορέων της ελονοσίας επιτυγχάνεται στο στάδιο του τέλειου εντόμου μέσω της εφαρμογής υπολειμματικών εντομοκτόνων στο εσωτερικό κατοικιών όπου τα κουνούπια αναπαύονται.

Η ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα και το κόστος τους είναι οι παράγοντες που κυρίως επηρεάζουν τη χρήση χημικών εντομοκτόνων.

Οι εμπειρίες από την εποχή της εκρίζωσης της ελονοσίας κι οι προσπάθειες καταπολέμησης που ακολούθησαν δείχνουν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει μια μοναδική παρέμβαση που μπορεί να γίνει και να συγκρατεί τον πληθυσμό κάτω από τα όρια της μετάδοσης ασθενειών. Η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των φορέων είναι μια προσέγγιση με οικολογική βάση που μπορεί να χρησιμοποιήσει αρκετές συμπληρωματικές παρεμβάσεις. Η προσέγγιση αυτή κάνει την καλύτερη χρήση των φυσικών παραγόντων θνησιμότητας, αλλά περιλαμβάνει και τη χρήση εντομοκτόνων, όπου είναι απαραίτητα, ενώ ωθεί στη λήψη μέτρων περιβαλλοντικής διαχείρισης που περιλαμβάνουν ακόμη και την ατομική προστασία.

Η επιτυχημένη χρήση κάθε μιας μεθόδου ή συνδυασμού παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση των κουνουπιών στους ορυζώνες εξαρτάται απ’ τη σε βάθος γνώση της οικολογίας, τόσο των οργανισμών στόχων, όσο και των οργανισμών μη στόχων αλλά και τακτική δειγματοληψία κι αξιολόγηση. Ακριβής εκτίμηση του πληθυσμού των προνυμφών και των τέλειων κουνουπιών, τόσο πριν όσο και μετά τη λήψη μέτρων αντιμετώπισης, είναι απαραίτητη για να προσδιοριστεί το επίπεδο κι ο χρόνος παρέμβασης αλλά και για να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητά της. Παράγοντες που επιδρούν στη δυναμική των πληθυσμών κι ιδιαίτερα εκείνοι που επηρεάζουν την πυκνότητα του πληθυσμού απαιτούν τη μεγαλύτερη σημασία. Επίσης, θα πρέπει να προσεχθεί η επίδραση του ενός τρόπου αντιμετώπισης στον άλλο για να αποφευχθούν τυχόν ανταγωνιστικές δράσεις μεταξύ τους.

Οι βασικές αρχές της ολοκληρωμένης αντιμετώπισης των φορέων στην περίπτωση των κουνουπιών περιλαμβάνουν τη διαχείριση του περιβάλλοντος, τη χημική καταπολέμηση, τη βιολογική καταπολέμηση και την μηχανική καταπολέμησή τους.

Διαχείριση περιβάλλοντος

Οι επιλογές που δίνονται για τη διαχείριση του περιβάλλοντος έχουν αν κάνουν κυρίως με αλλαγές στο περιβάλλον (αποξήρανση, επιχωμάτωση και μέτρα κατά την κατασκευή καναλιών και δεξαμενών νερού) αλλά και χειρισμό των περιβαλλοντικών παραμέτρων που δημιουργούν πρόσκαιρα ακατάλληλες για την ανάπτυξη των προνυμφών συνθήκες (εναλλαγές της στάθμης του νερού, απομάκρυνση βλάστησης, καθαρισμοί). Ωστόσο, σε αυτή την κατηγορία υπάγεται κι η τροποποίηση ή ο χειρισμός της συμπεριφοράς των ανθρώπων ή των κατοικιών τους έτσι ώστε να μειωθεί στο ελάχιστο η πιθανότητα επαφής με τα κουνούπια φορείς ασθενειών (εγκατάσταση οικισμών μακριά από εστίες ανάπτυξης κουνουπιών, εντομοστεγείς οικείες, χρήση κουνουπιέρων, μέτρα ατομικής προστασίας).

Ένα από τα κυριότερα πλεονεκτήματα της διαχείρισης του περιβάλλοντος είναι ότι δίνει μακροχρόνια αποτελέσματα σε σχέση με τα χημικά εντομοκτόνα, έχει μικρότερο κόστος μακροπρόθεσμα και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι συνήθως μικρές.

Χημική αντιμετώπιση

Η χημική αντιμετώπιση βασίζεται στον εμποτισμό υλικών με εντομοκτόνα καθώς και στην τακτική εφαρμογή εντομοκτόνων/ προνυμφοκτόνων από εδάφους ή από αέρος, ανάλογα με τον τύπο και το μέγεθος της εστίας ανάπτυξης των κουνουπιών. Τα προγράμματα αντιμετώπισης φορέων βασίζονται κυρίως στη χρήση εμποτισμένων με εντομοκτόνα κουνουπιέρων (insecticide – treated nets –ITN and long - lasting insecticidal nets LLINs) ή στους υπολειμματικούς ψεκασμούς εσωτερικών χώρων (indoor residual spraying –IRS) που αποτελούν αποτελεσματικές μεθόδους όταν χρησιμοποιούνται σωστά. Ανάλογα με την βίο - οικολογία των ειδών κουνουπιών εφαρμόζονται και ακμαιοκτονίες με ψεκασμούς υπέρμικρου όγκου (ULV) ή υπολειμματικούς ψεκασμούς. Η προνυμφοκτονία μπορεί επίσης να εφαρμοστεί σε εστίες ανάπτυξης κουνουπιών που έχουν μελετηθεί καλά, η εναλλαγή στη χρήση των εντομοκτόνων συνιστάται για να αποφευχθούν προβλήματα ανάπτυξης ανθεκτικότητας.

Τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των κουνουπιών παγκοσμίως ανήκουν στις εξής κατηγορίες : χλωριωμένοι υδρογονάνθρακες, οργανοφωσφορικά, καρβαμιδικά, πυρεθροειδή και ρυθμιστές ανάπτυξης.

Βιολογική αντιμετώπιση

Σε συνθήκες περιβάλλοντος πολυάριθμοι θηρευτές, παράσιτα και παθογόνα βρίσκονται σε αλληλεπίδραση με προνύμφες και τέλεια κουνουπιών. Περιοδική εμφάνιση ασθενειών που προσβάλλουν τις προνύμφες των κουνουπιών ή αύξηση του αριθμού των θηρευτών, μπορεί να προκαλέσουν πρόσκαιρη μείωση του πληθυσμού των κουνουπιών. Ωστόσο, τα κουνούπια που επιζούν μπορούν να μεταδώσουν ασθένειες ή να επηρεάσουν την ποιότητα ζωής των ανθρώπων.

Σύμφωνα με τον Mogi (1981) η βιολογική αντιμετώπιση των κουνουπιών σε μεγάλες ανοιχτές συγκεντρώσεις νερού, όπως είναι και οι ορυζώνες, οι οποίες έχουν υψηλές πληθυσμιακές πυκνότητες φυσικών θηρευτών, είναι πιο πιθανό να πετύχει αν οι φυσικοί παράγοντες θνησιμότητας των προνυμφών ενισχυθούν με «τεχνητές διαδικασίες».

Ωστόσο, υποστηρίζεται ότι η βιολογική καταπολέμηση είναι πολύ δύσκολο να φτάσει σε αποτελεσματικότητα τα εντομοκτόνα ή τις περιβαλλοντικές παρεμβάσεις. Οι πιο συχνά χρησιμοποιούμενοι βιολογικοί παράγοντες είναι οι παρακάτω:

  • Φυτά
  • Ασπόνδυλα
  • Προνυμφοφάγα ιχθύδια
  • Μικροβιακοί παράγοντες

Μηχανική αντιμετώπιση

Αυτή περιλαμβάνει κυρίως την παγίδευση και θανάτωση θηλυκών κουνουπιών που έχουν κάνει λήψη αίματος ή είναι έτοιμα για ωοθεσία και πραγματοποιείται κυρίως με παγίδες φωτός που περιέχουν κάποιο ελκυστικό. Οι παγίδες είναι πιο αποτελεσματικές όταν τοποθετούνται σε στάβλους ή σε άλλα σημεία ανάπαυσης θηλυκών που έχουν ήδη λάβει αίμα (Mogi, 1984).

Συζήτηση – προτάσεις

Σύμφωνα με τους συγγραφείς κι όσον αφορά στο εφαρμοστικό κομμάτι της αντιμετώπισης των κουνουπιών στους ορυζώνες, δεν επαρκεί ο μέγιστος αριθμός επιτρεπόμενων εφαρμογών σε μια καλλιεργητική περίοδο, δεδομένης της χαμηλής αποτελεσματικότητας και υπολειμματικότητας των εγκεκριμένων σκευασμάτων. Τόσο οι ρυθμιστές ανάπτυξης εντόμων όσο και τα μικροβιακά σκευάσματα, έχουν χαμηλή αποτελεσματικότητα όταν η υδάτινη συλλογή είναι πλούσια σε οργανική ύλη, κάτι που ισχύει για τους ορυζώνες. Η υπολειμματικότητα των σκευασμάτων επηρεάζεται και από την αποστράγγιση των χωραφιών, καθώς με την μετακίνηση των υδάτων μεταξύ των χωραφιών απομακρύνεται ουσιαστικά και το σκεύασμα. Επίσης, όσο αυξάνεται το ύψος των φυτών και η διακλάδωση των βλαστών των φυτών του ρυζιού δημιουργούνται προβλήματα διαπερατότητας του φυλλώματος από τα ψεκαστικά υγρά.

Από τις 20 Ιουλίου και μετά, όταν σταματά η χρήση χημικών σκευασμάτων στα προγράμματα καταπολέμησης, αυτά καθίστανται αναποτελεσματικά, μια περίοδο που θα έπρεπε να εντατικοποιούνται, όπως προκύπτει από την εμφάνιση κρουσμάτων του ιού του Δυτικού Νείλου κι ελονοσίας τα προηγούμενα χρόνια.

Η έναρξη των εφαρμογών προνυφοκτονίας στους ορυζώνες θα πρέπει να αρχίζει όχι αργότερα από τα μέσα Μαΐου και η λήξη τους να γίνεται όταν το ρύζι έχει πυκνώσει και ψηλώσει σημαντικά, από τα τέλη Ιουλίου και μετά. Μια λύση για την παράταση των εφαρμογών σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να είναι η χρήση σκευασμάτων σε κοκκώδη μορφή που έχει αποδειχθεί ότι διαπερνούν τη βλάστηση πιο αποτελεσματικά από οποιοδήποτε μέγεθος σταγόνας υγρού σκευάσματος. Σοβαρό μειονέκτημά τους αποτελεί το υψηλότερο κόστος αγοράς κι εφαρμογής τους.

Ευχαριστούμε θερμά την Δρ. Εντομολογίας Ιωάννα Λύτρα, Γεωπόνο MSc, για τις πολύτιμες πληροφορίες και την συγγραφή αυτού του κειμένου.

Κουνουποκτονία στην Κέρκυρα

Please publish modules in offcanvas position.